Τετάρτη, 20 Σεπτεμβρίου 2017

Telle mere, telle fille / Μαμά ή γιαγιά; (2017)

Γαλλικές κωμωδίες κι ελληνικό καλοκαίρι δεν κάνουν χώρια και φαίνεται να μην έχουμε κουραστεί να καταπίνουμε αδιαμαρτύρητα την ίδια crowd-pleaser αφέλεια κάθε που αυξάνονται οι θερμοκρασίες. Όπως πάνω-κάτω συνηθίζεται, έτσι κι εδώ έχουμε μια ιστορία οικογενειακής (και δευτερευόντως ρομαντικής) θεματικής, με μια ενδιαφέρουσα κεντρική ιδέα να πυροδοτεί την πλοκή, έναν εξώφθαλμα κωμικό χαρακτήρα από την εμπειρότατη Juliette Binoche να σπάει τον «βαρετό» ρεαλισμό και ένα εύπεπτο, χλιαρό χιούμορ ρουτίνας που δε σου φέρνει δάκρυα στα μάτια αλλά ούτε και σε προσβάλλει. Όλα αυτά απαραιτήτως συμμαζεμένα σε ένα αυστηρότατα «happy» end ξεπερασμένων υπερ-ρομαντικών συμπτύξεων που αγνοεί το όποιο δραματουργικό ενδιαφέρον έχει υπάρξει ως τότε για χάρη της εκβιαστικής, μελιστάλαχτης κατάληξης.

Υπάρχει λοιπόν λόγος να ασχοληθεί κανείς με τούτο το όχι-και-τόσο πρωτοποριακό φιλμ; Ομολογουμένως, όταν η mainstream γαλλική κωμωδία έρθει εις πέρας αποτελεσματικά -και η παρούσα δεν τα πάει καθόλου άσχημα, στα πλαίσια των καθαρά εμπορικών όρων- τότε όλα τα εύκολα καλαμπούρια της και η εύπεπτη σεναριακή της προσέγγιση πιάνονται χέρι-χέρι με μια ιδιαιτέρως ανθρωποκεντρική ματιά. Δεν μιλάμε για βαθυστόχαστες ψυχαναλύσεις, μα πρόκειται για ένα αρκετά ανθρώπινο σινεμά, με καταστάσεις που αντανακλούν ευαισθησίες της πραγματικότητας, χαρακτήρες που ξεπερνάνε τα όρια μιας κωμικής καρικατούρας και γίνονται ζωηροί κι εύπλαστοι και χιούμορ που προκύπτει συχνά από αυτούς χωρίς να επιβάλλεται (εντελώς). Δηλαδή, πέρα από το υπερβολικά αισιόδοξο παραμύθιασμα της κατάληξης και ορισμένες στιγμές που τείνουν να ξεχάσουν τη στοιχειώδη αληθοφάνεια, το φιλμ έχει λόγο να ενδιαφέρει έναν θεατή χωρίς να χρειάζεται να προσβάλλει τους υπόλοιπους, κι ας μην έχει να του αφήσει κάτι που θα θυμάται για πάντα -αυτό, άλλωστε, δεν ήταν ποτέ το ζητούμενο.

Βαθμολογία: 2/5

(06/07/2017)

Σάββατο, 9 Σεπτεμβρίου 2017

It comes at night / Έρχεται τη νύχτα (2017)


Από τη συμβολική  ιστορία ενηλικίωσης και σεξουαλικής συνειδητοποίησης του «It follows» μέχρι τη σπλάτερ sci-fi... κοινωνική μαύρη κωμωδία (!) του φετινού «Get out», τα ιβρύδια κινημαγραφικού τρόμου έχουν προσφέρει μερικές από τις πιο πρωτότυπα ουσιώδεις παραβολές των τελευταίων χρόνων. Σ' αυτές τις ανεξάρτητες ανάσες φρεσκάδας κι απαντήσεις ανανέωσης απέναντι σε ένα από τα πιο κουρασμένα κινηματογραφικά είδη ανήκει κι η δεύτερη ταινία του 28χρονου Trey Edward Shults. 

Το «It comes at night», πίσω από μια υποβλητική horror-ίζουσα ατμόσφαιρα και λίγες διάσπαρτες παρενθέσεις στοιχείων τρόμου, αποτελεί επί της ουσίας ένα μεταποκαλυπτικό (;) θρίλερ επιβίωσης και, ως τέτοιο, δε μας λέει απαραιτήτως κάτι πρωτάκουστο. Έχουμε δει πολλές φορές τη ζωώδη φύση του ανθρώπου να έρχεται στην επιφάνεια όταν παίρνει τα ψυχολογικά ηνία το ένστικτο επιβίωσης. Εδώ, ωστόσο, είναι ακριβώς η ύπαρξη αυτής της αόρατης απειλής, αυτή υπαινισσόμενη συγγένεια με το είδος του τρόμου που καθιστά τον προβληματισμό ιδιαιτέρως αποτελεσματικό. Γιατί η παρουσία ενός εξωτερικού κακού, πάντοτε αδιευκρίνιστου και άγνωστου (θα μπορούσε να είναι και μεταφυσικό), προσφέρει την τέλεια αντίθεση για να εστιάσουμε στο κακό που ελλοχεύει εντός μας -εγγενές στην αδύναμη και ατελή φύση μας. 

Το «εξωτερικό κακό», λοιπόν, δίνει το έναυσμα μιας περίπλοκης ψυχολογικής μελέτης, όπου τα παιχνίδια εξουσίας και ο ενστικτώδης ανδρικός ανταγωνισμός του «ποιος την έχει μεγαλύτερη» ανάγονται σε μοναδικό νόμο. Ψυχολογικό βάθος το οποίο αποτυπώνεται με λεπτεπίλεπτη ακρίβεια στην ερμηνεία του Joel Edgerton, στον οποίο ανήκει ο πιο πολυπεπίπεδα ενδιαφέρων χαρακτήρας του φιλμ. Η εσκεμμένη σύγχυση ονείρου και πραγματικότητας, σε συνδυασμό με την απόκριψη σημαντικών πληροφοριών τόσο από τους πρωταγωνιστές όσο και από εμάς, μάς τοποθετεί στην ίδια θέση με' αυτούς, κοιτώντας μας κατάματα κι υπονοώντας ευθέως πως όσο κι αν τους παρατηρούμε σαν τα πειραματόζωά μας, όσο κι αν τους κατακρίνουμε εκ του ασφαλούς, τόσο ελάχιστα διαφέρουμε, στην πραγματικότητα, από εκείνους. 
 
Μοναδική ένσταση στο σταθερής δημιουργικής σιγουριάς φιλμικό οικοδόμημα ένα φινάλε που δίνει παντελώς περιττές απαντήσεις στα ως τότε εύστοχα αμφιλεγόμενα, συνεπώς περιορίζοντας την τελική του διεισδυτικότητα. Ακόμα κι έτσι, ο Shults καταφέρνει εντέλει να οδηγήσει αυτήν την αχρείαστη μανούβρα σαφήνειας στον ουσιώδη υπαινιγμό, πείθοντας πως δεν έχει χάσει τον έλεγχο του θεματικού τιμονιού.

Καθηλωτικό ψυχολογικό θρίλερ επιβίωσης, που χρησιμοποιεί το υπαινισσόμενο στοιχείο του τρόμου για χάρη της ψυχοκοινωνικής ενδοσκόπησης. Δημιουργημένο με δεξιοτεχνία και δημιουργική αυτοπεποίθηση, χάνει ελαφρώς τον προσανατολισμό του στο φινάλε, μα κατορθώνει να προβληματίσει και να κάνει αίσθηση ως ένα ακόμη αξιοπρόσεκτο, ουσιώδες ιβρύδιο τρόμου.

Βαθμολογία: 3.5/5

Τετάρτη, 6 Σεπτεμβρίου 2017

Ginger & Rosa (2012)


Περίοδος του Ψυχρού Πολέμου και το κλίμα φόβου για πυρηνική καταστροφή, η αίσθηση ότι ανά πάσα στιγμή ο κόσμος μπορεί να τελειώσει κυριαρχούν. Πάνω σε αυτό το υπόβαθρο, η Sally Potter βρίσκει την ευκαιρία να αφηγηθεί μια από αυτές τις παραβολές επώδυνης ενηλικίωσης, στις οποίες τόσο αρέσκεται το σινεμά να επιστρέφει επανεφευρίσκοντάς τες με νέες ιδέες και διαφορετικές σημειολογίες (βλέπε και το φετινό «Raw»). Το «Ginger & Rosa» μπορεί να μη διαθέτει κάτι το πρόδηλα μεταφορικό, αντιθέτως να αποτελεί ένα ως επί το πλείστον πεζό δράμα εποχής,  μια straightforward μελέτη χαρακτήρα πάνω στην εφηβική αντιδραστικότητα στο κατώφλι της ενήλικης ζωής. Παρόλα αυτά, η ελλειπτική, κατακερματισμένη αφήγηση που προσπερνάει σημαντικά κομμάτια της ζωής της πρωταγωνίστριας Τζίντζερ, προσφέροντάς μας μια αποστασιοποιημένη και ταυτόχρονα μη αντικειμενική οπτική, η (συνεπώς) απροσδιόριστη ροή του χρόνου και η πανταχού παρούσα, αν όχι σχεδόν μεταφυσική απειλή της βόμβας και του τέλους του κόσμου δίνουν στην πεζή ιστορία της Potter μια υπερβατικότητα, ένα διακριτικό λυρισμό που την αναγάγει καθαρά σε ταινία δημιουργού.

Αν και δυσκολευόμαστε να ακολουθήσουμε κάποια αυστηρή αφηγηματική συνοχή από σκηνή σε σκηνή, άρα θεωρητικά και να ταυτιστούμε με την Τζίντζερ, η ταινία ανήκει πράγματι στην υποκειμενική οπτική της ηρωίδας, μια οπτική μπερδεμένη, αποπροσανατολισμένη, μη συνεκτική. Ό,τι δεν την ενδιαφέρει δεν το βλέπουμε καν (το σχολείο) κι ο κινηματογραφικός χρόνος κυλάει ακατανόητα, άρρυθμα, φευγαλέα, όπως τα χρόνια κατά την πικρή διαπίστωση του ότι μεγαλώνουμε. Οι συνεχείς αναφορές στην πυρηνική απειλή ηχούν πάντα ειρωνικές, σαν ένας ψυχολογικός αντιπερισπασμός απέναντι σε κάποιον άλλο, ενδότερο κι ανομολόγητο φόβο -ίσως για το τέλος ενός άλλου κόσμου, εκείνου της αθωότητας και της ανήλικης ξεγνοιασιάς, εντός του οποίου μάς συστήνονται οι δύο ηρωίδες στην αρχή του φιλμ. Σιγά σιγά, η ανεξαρτησία, από επαναστατική εφηβική επιδίωξη αρχίζει να μετατρέπεται σε αβάσταχτο εξαναγκασμό της ζωής, καθώς οι έννοιες της οικογένειας και της φιλίας αποδομούνται και η μέχρι πρότινος σιγουριά (η εφηβική αυτονομία υπήρχε εκ του ασφαλούς) αρχίζει να ξεθωριάζει.

Όλα αυτά μέσα από τα απογοητευμένα μάτια μιας προδομένης γενιάς, που βλέπει τα λάθη της προηγούμενης να γίνονται ολοένα κι εμφανέστερα και τις πάλαι ποτέ ακέραιες ηθικές της αρχές να απομυθοποιούνται. Ίσως γι’ αυτό και πολλές ερμηνείες (εμπειρότατων ηθοποιών) φλερτάρουν συχνά με μια διακριτικά καρικατουρίστικη υπερβολή, αντανακλώντας το χάσμα επικοινωνίας της Τζίντζερ με τον κοινωνικό της περίγυρο. Ακόμα και το μοναδικό σημείο ταύτισης με την εν λόγω γενιά αποδεικνύεται ικανό για τη μεγαλύτερη προδοσία, όπως εκφράζει ο εξαιρετικά καλογραμμένος, πολυδιάστατος χαρακτήρας του πατέρα. Όσο για τη συγκλονιστικά ταλαντούχα, 13χρονη (σε ρόλο 17χρονης!) Elle Fanning, κρατάει στους ώμους της την ταινία και το ψυχολογικό αδιέξοδο ενός χαρακτήρα που φοβάται να μεγαλώσει, ερμηνεύοντας με πικρή αθωότητα. Το υπέροχο τελικό πλάνο, πιο κινηματογραφικό απ’ όσο φαίνεται με την πρώτη ματιά, κλείνει το φιλμ γλυκόπικρα και -μάλλον- αισιόδοξα, με μια Τζίντζερ λιγάκι πιο έτοιμη να αφήσει πίσω της τον ανήλικο εαυτό της, όπως τις ομοιοκαταληξίες στα ποιήματά της.

Η Sally Potter παρουσιάζει μια ισχυρής σκηνοθετικής άποψης ματιά πάνω στο πέρασμα του χρόνου και τον υπαρξιακό μπαμπούλα της ενηλικίωσης, εκφράζοντας -με το σιγοντάρισμα εξαιρετικών ερμηνειών, ενός μελαγχολικού σάουντρακ και της φαινομενικά ακατέργαστης, μα στην πραγματικότητα εκπληκτικά προσεγμένης φωτογραφίας του Robbie Ryan (συνεργάτη της Andrea Arnold)- βαθιά ευαισθησία εκεί που ένα αμύητο ευρύ κοινό θα διέκρινε ψυχρότητα. Πάντως, είτε το αγαπήσεις είτε όχι, αξίζει δίχως καμία αμφιβολία την προσοχή σου.

Βαθμολογία: 3.5/5

Κυριακή, 3 Σεπτεμβρίου 2017

A monster calls / 7 λεπτά μετά τα μεσάνυχτα (2016)

Ο Βρετανός Patrick Ness διασκευάζει σεναριακά το δικό του ομώνυμο μυθιστόρημα κι ο Juan Antonio Bayona βρίσκει εντός του τη θεματική συγγένεια με τη μέχρι τώρα φιλμογραφία του (το εξαιρετικό «Ορφανοτροφείο» και το σαφώς μετριότερο, μελοδραματικό «The Impossible»), πάνω στην οικογένεια και την απώλεια. Το οριακά απλοϊκό ύφος στο βιβλίο του Ness δεν αποτελεί παρά το ευχάριστο στην ανάγνωση και ευπρόσιτο στο εφηβικό κοινό αμπαλάρισμα μιας επώδυνης και διεισδυτικής ψυχολογικής μελέτης πάνω στη συνειδητοποίηση της θνητότητας και, κυρίως, την κατανόηση κι αποδοχή των ενδότερων, σκοτεινότερων πτυχών του ίδιου μας του εαυτού.

Σε πλήρη αντιστοιχία, το φιλμ του Bayona, πιστότατο στη λογοτεχνική πηγή του, επιστρατεύει ένα μέινστριμ όρων στόριτέλινγκ, με εύληπτους έως απλοϊκούς διαλόγους και απόλυτα γραμμική δομή, δημιουργώντας το περίβλημα εφηβικής ταινίας και την αίσθηση παιδικού παραμυθιού. Σε αυτά τα πλαίσια προκύπτουν οι βασικότερες ενστάσεις για το φιλμ, καθώς υιοθετεί αυτούσιο τον ήδη υπερβολικά προφανή βερμπαλισμό του βιβλίου, ο οποίος όμως στο σινεμά συνεπάγεται και μια κραυγαλέα έλλειψη κινηματογραφικότητας. Όχι ότι αυτό στερεί σε πρώτη θέαση το συναισθηματικό αντίκτυπο του σπαραξικάρδιου θέματος, μα σίγουρα περιορίζει το κινηματογραφικό βάθος που δύναται να αγγίξει η έκβαση της προβληματικής.

Αυτά όμως βρίσκονται σε ένα πρώτο επίπεδο αφήγησης, πέρα από το οποίο σχεδόν όλη η χαμένη κινηματογραφικότητα ανακτάται από μικρές οπτικές νύξεις, από την ανθρωποκεντρική συμβολικότητα, αλλά και από τον ίδιο τον πρωτότυπο και, για τα μέινστριμ δεδομένα, τολμηρό συνδυασμό animation φαντασίας και ρεαλιστικού ψυχολογικού δράματος. Μπορεί η αφήγηση να ακουμπάει μόνο επιδερμικά το κομμάτι της κοινωνικής συναναστροφής του Conor και συνεπώς την ανάγκη του να είναι ένα φυσιολογικό παιδί όπως όλα τ’ άλλα αντί του «παιδιού που περνάει δύσκολα», ωστόσο εστιάζει συνειδητά και φέρνει εύστοχα εις πέρας το κομμάτι της προσωπικής ενδοσκόπησης, της αναζήτησης απαντήσεων στο σκοτεινό λαβύρινθο της ανθρώπινης ψυχοσύνθεσης. Οι ιστορίες του τέρατος (ειδικά οι δύο πρώτες) δεν είναι όσο προφανείς εκλαμβάνονται από κάποιους, ίσα-ίσα που χωράει μπόλικη υποκειμενική ερμηνεία στην εξαγωγή συμπεράσματος, με το διφορούμενο ενδιαφέρον τους να βρίσκεται στο ότι αυτές καθρεφτίζουν πάντα το μέσα κι όχι το έξω, αφορούν καθαρά τον Κόνορ σα χαρακτήρα κι όχι την οικογένειά του ή την έκβαση των γεγονότων. Κι εν συνεχεία η τελευταία σκηνή του φιλμ, ευφυής κινηματογραφική προσθήκη που δεν υπήρχε στο βιβλίο, ολοκληρώνει ψυχαναλυτικά και άκρως ευαίσθητα έναν υποσυνείδητο αποχαιρετισμό της μητέρας -και της παιδικής αθωότητας.

Πίσω από το προφανές των διαλόγων, τη φαινομενική του απλοϊκότητα κι εμπορικότητα, το «A Monster Calls» υιοθετεί τα αθώα μάτια ενός παιδιού για να κάνει μια ευαίσθητη ψυχαναλυτική βουτιά στο εσωτερικό μας χάος και να δοκιμάσει να το βάλει σε τάξη. Όχι με απλές κουβέντες, αλλά με ουσιωδέστερες συνειδητοποιήσεις και βαθύτερες -επώδυνες- ωριμάνσεις.

Βαθμολογία: 3.5/5

Πέμπτη, 17 Αυγούστου 2017

Baby Driver (2017)

Με την τριλογία «Cornetto» και το «Scott Pilgrim vs the world», ο Edgar Wright έχει αποδείξει πως αποτελεί επιδέξιο χειριστή των κινηματογραφικών ειδών και βαθύ γνώστη των κινηματογραφικών κανόνων. Ταυτόχρονα, διαθέτει μια τελειομανία που εκφράζεται μέσω της εμμονικής του προσοχής στη λεπτομέρεια κι ένα χαρακτηριστικό, υποδειγματικό σκηνοθετικό στυλιζάρισμα. Το «Baby Driver» διαθέτει όλες αυτές τις ιδιότητες του ταλαντούχου Βρετανού, ο οποίος τώρα δοκιμάζεται σε κάτι πιο καθαρόαιμα action, λιγότερο κωμικό και προσωπικό απ’ ό,τι μέχρι τώρα. Η δημιουργική του σφραγίδα βέβαια είναι πάντα διακριτή, όπως είναι κι η κινηματογραφική του δεξιοτεχνία, είτε πρόκειται για το στήσιμο ενός μονοπλάνου, τη χρήση της μουσικής, τη σύλληψη ενός κυνηγητού ή την υφολογική και συναισθηματική απόκλιση από ένα φιλμ δράσης του σωρού.

Ο Wright μοιάζει να χτίζει διακριτικά μα αισθητά έναν κόσμο εσκεμμένα μη ρεαλιστικό, επιτηδευμένα ρομαντικό, καθιστώντας σε πρόθυμο να δεχτείς αδιαμαρτύρητα σχεδόν τα πάντα, ως κομμάτι ενός απολαυστικού κινηματογραφικού παραμυθιού. Ωστόσο, υπάρχει ένα όριο στις σεναριακές ευκολίες που δύνασαι να συγχωρήσεις στο όνομα αυτού, και δυστυχώς στο τέλος ο Wright ποντάρει υπερβολικά έντονα σε αυτή τη συνειδητή επιτήδευση, εκθέτοντας ασυγχώρητες ανεπάρκειες στην ανάπτυξη των χαρακτήρων, οι οποίοι καταλήγουν να υπηρετούν την πλοκή τυφλά και βολικότατα. Πλάι σ’ αυτούς, η ασυγκράτητη σκηνοθετική έμπνευση της αρχής πάει κι αυτή μυστηριωδώς περίπατο κατά το φινάλε, αφήνοντάς μας να απορούμε για αυτόν το δημιουργικό διχασμό, μα παρόλα αυτά μην καταφέρνοντας να μας στερήσει πλήρως την απόλαυση της παλιομοδίτικα ρομαντικής καρδιάς του φιλμ.

Παρά τα ελαττώματά του, το «Baby Driver» αποτελεί υπόδειγμα στο χώρο της κινηματογραφικής δράσης και μια όχι απογοητευτική προσθήκη στην αξιοσημείωτη φιλμογραφία του Wright, παρόλο που μάλλον τον συναντάμε στη λιγότερο εμπνευσμένη στιγμή του μέχρι τώρα.

Βαθμολογία: 3/5

Τετάρτη, 26 Ιουλίου 2017

After the storm (2016)

Ο Hirokazu Kore-eda είναι θαυμαστής των καθημερινών οικογενειακών ιστοριών, παρατηρητής των ασήμαντων μικρο-στιγμών που περνούν απαρατήρητες, συνεχιστής της κινηματογραφικής παράδοσης του Yasujiro Ozu και (συνεπώς) εραστής της αφηγηματικής απλότητας. Στην εποχή της γρήγορης εικόνας, του larger-than-life και του CGI, ένα τέτοιο μικρό βεληνεκές δύναται να καταστήσει μια ταινία λησμονίσιμη, αν όχι βαρετή. Κι ο Kore-eda, χωρίς να κάνει σε καμία περίπτωση «δύσκολο» σινεμά, δεν κάνει ούτε και χάρες στο μη εξοικειωμένο με το έργο του κοινό. Δοκιμάζει αφηγηματικές επιλογές που εύκολα αποξενώνουν το θεατή, ενώ μοντάρει ο ίδιος την ταινία του αφήνοντας τους ρυθμούς να πλατειάσουν συνειδητά, ώστε να αφουγκραστούν την ανεπιτήδευτη εξέλιξη των ρεαλιστικών στιγμών που απεικονίζονται. Μικρά λάθη όπως το ελαφρό γλίστρημα ενός ηθοποιού έχουν κι αυτά χώρο στο σινεμά του Kore-eda, ανάγοντάς το σε έναν ύμνο στον καθημερινό ρεαλισμό.

Όποιος λοιπόν εμπιστευτεί την έμπειρη πένα του σκηνοθέτη, σεναριογράφου και μοντέρ και δείξει υπομονή κατά την πρώτη ώρα του φιλμ που λειτουργεί σχεδόν σαν μια εισαγωγή στη δεύτερη, τότε θα δικαιωθεί πλήρως. Αντισυμβατικά άρρυθμο και ασαφές ως προς την αφηγηματική του εστίαση, το πρώτο μέρος της ταινίας λειτουργεί ως χτίσιμο του χαρακτήρα του ιδιωτικού ντετέκτιβ, συγγραφέα και χωρισμένου πατέρα Hiroshi Abe, αλλά και δευτερευόντως της χήρας μητέρας του Kirin Kiki, μέχρι το ξέσπασμα της καταιγίδας του τίτλου. Η τελευταία, δίνει την αφορμή για μια απολαυστικά εκτενή σεκάνς-φινάλε, που επενδύει στην ατμόσφαιρα και την οικειότητα του περιβάλλοντος για να μελετήσει με άκρα ευαισθησία τη γλυκόπικρη περιπλοκότητα των ανθρώπινων σχέσεων. Στο επίκεντρο πάντα βρίσκεται η μητρότητα-πατρότητα, στα πλαίσια μιας τρυφερότατης προσπάθειας κατανόησης όσων χωρίζουν μα κι όσων ενώνουν μια οικογένεια. Κι έτσι, ο Kore-eda και οι καταπληκτικοί ερμηνευτές του κερδίζουν το στοίχημα τού κατά πόσον μια τόσο απλή, καθημερινή προσέγγιση μπορεί να αποδειχθεί αξιομνημόνευτη, δημιουργώντας αφοπλιστικά ανθρώπινο σινεμά με προσωπικότητα, άποψη και καρδιά. Τι έχει αλλάξει, τελικά, μετά την καταιγίδα;


Βαθμολογία: 3.5/5

Τετάρτη, 19 Ιουλίου 2017

Spider-man: Homecoming / Spider-man: Η επιστροφή στον τόπο του (2017)

Η τρίτη κινηματογραφική εκδοχή του Σπάιντερ-μαν (τέταρτη αν μετρήσουμε και το φιλμ - πιλότο τηλεοπτικής σειράς της των `70ς) δεν είχε ποτέ λόγο να ανησυχεί ιδιαίτερα για την αποδοχή από το κοινό της επαναδιατύπωσης ενός από τους διασημότερους κόμικ ήρωες όλων των εποχών. Ο νέος Spider-man είχε περάσει ήδη από δημόσια οντισιόν πέρυσι στο «Civil war», η οποία κρίθηκε θριαμβευτικά επιτυχημένη, κατοχυρώνοντας αυτομάτως στο «Homecoming» τον ασυγκράτητο ενθουσιασμό των φαν.

Ο Σπάιντερ-μαν λοιπόν επιστρέφει πράγματι στον τόπο του και τη «μαμά» Marvel, μετά από την άδοξη προ τριετίας λήξη και το άμεσο πέρασμα στη λήθη της (όχι-και-τόσο) «Amazing» εκδοχής του από τη Sony. Εδώ, η τελευταία παραμένει ως βασική παραγωγός εταιρία στο οικονομικό κομμάτι, χωρίς όμως λόγο στο καλλιτεχνικό, με την αυτοκρατορία των Marvel Studios να συνεχίζει να αναπτύσσει το δαιδαλώδες μυθοπλαστικό σύμπαν της με καινούριους χαρακτήρες και αυστηρά μα επιτυχώς συνταγογραφημένα φιλμ. Πώς θα μπορούσε λοιπόν ο έφηβος Σπάιντερ-μαν να παρεκκλίνει από τη συνταγή, η οποία όσο σίγουρη και ασφαλής παραμένει, άλλο τόσο φροντίζει κάθε φορά να πασπαλίζεται με διαφορετικά μυρωδικά κινηματογραφικών ειδών, από το κατασκοπικό θρίλερ του «Captain America: Winter Soldier» στο heist move του «Ant-man» κι από κει στην ψυχεδελική μαγεία του «Doctor Strange». Εδώ, αφενός ο συμπαθής χαρακτήρας που γνωρίσαμε στις κλασικές ταινίες του Sam Raimi μετατρέπεται σε μια ακόμη έκφανση της Marvelικής συνταγής, ίσως χάνοντας ελαφρώς κάτι από τη δική του κινηματογραφική φυσιογνωμία, μα από την άλλη μας δίνει την ευκαιρία να δούμε τόσο τον ίδιο, όσο και τη μυθολογία της Marvel στα πλαίσια ενός νέου, άκρως ταιριαστού υπο-είδους: τη λυκειακή κωμωδία!

Όπως σε κάθε νέα ερμηνεία ενός μύθου, έτσι κι εδώ υπάρχουν πράγματα που κερδίζονται και άλλα που χάνονται στη μετάφραση. Η ουσία του Σπάιντερ-μαν όμως ήταν πάντα πως επρόκειτο για τον ήρωα της διπλανής πόρτας, ένα έφηβο λυκειόπαιδο που δε διαφέρει σε τίποτα από τους συνομηλίκους του, εκτός του ότι τυχαίνει από λάθος να έχει σούπερ δυνάμεις. Είναι ένας καθημερινός άνθρωπος της εργατικής τάξης, που όσο παίζει ξύλο με υπερ-εγκληματίες, άλλο τόσο παλεύει για μια υιγή σχέση με την κοπέλα του, για να βγάλει τα προς το ζην και για να μην ανησυχεί η θεία του κάθε φορά που τον βλέπει να γυρίζει σπίτι με μελανιές.

Το «Homecoming», λοιπόν, κατανοεί τον Σπάιντερ-μαν. Τον αποτυπώνει ως ένα 15χρονο nerd, γεμάτο παιδικό ενθουσιασμό απέναντι στις σούπερ δυνάμεις του. Ο Peter Parker του Tom Holland δεν αναζητά απαντήσεις σε κάποια συνομοσιολογικά μυστηριώδη δολοφονία των γονιών του, δε λύνει αδύνατες επιστημονικές εξισώσεις για να εφεύρει την κυτταρική αυτοανάρωση και δε σώζει τον κόσμο από κακούς που θέλουν να μεταμορφώσουν τους πάντες σε γιγάντιες σαύρες (γκουχ γκουχ, «Amazing Spider-man», γκουχ γκουχ). Ως ήρωας μιας σχολικής κομεντί, ζει τη φυσιολογική ζωή ενός 15χρονου, με την εξαίρεση της μυστικής του ταυτότητας, ούτε κι ως προς την οποία όμως διαθέτει ακόμα την απαιτούμενη ωριμότητα. Έτσι, παρόλο που το γνωστό origin story αναμενόμενα προσπερνιέται, το φιλμ παραμένει μια ιστορία για τη γέννηση ενός σούπερ-ήρωα, κατά τη λογική μιας ιστορίας ενηλικίωσης.

Αντίστοιχη και η περίπτωση του κινηματογραφικού κακού. Όντας ελαφρώς πιο ενδιαφέρων από τον μέσο (παντελώς αδιάφορο) κακό του Marvel Cinematic Universe, ο «Vulture» («Γύπας») του Michael Keaton -καθόλου τυχαία επιλογή, σε έναν (ακόμη) αυτοαναφορικό ρόλο ενός… Birdman!- δεν αποτελεί παρά έναν άνεργο εργάτη που προσπαθεί να θρέψει την οικογένειά του, κλέβοντας από τη φανταχτερή κοινωνική ελίτ των διάσημων σούπερ ηρώων. Κατά τις «μεγάλες» αναμετρήσεις του με τον Σπάιντερ-μαν, δεν υπάρχει ποτέ κάποιο σατανικό σχέδιο που να διέπεται από καταστροφολογία ή κάποια αιμοδιψή μανία από μέρους του, με αθώους πολίτες να απειλούνται μονάχα ως παράπλευρες απώλειες.

Κι όσο εύστοχη κι αν φαντάζει αυτή η έμφαση στις ανθρώπινες διαστάσεις των ηρώων, η ένταξή τους στα πλαίσια μιας teen κωμωδίας γεννά και ορισμένες ενστάσεις. Ναι μεν επιτρέπει στις εντάσεις να περιοριστούν απρόσμενα πολύ για μια superhero movie, μα αυτό δεν σημαίνει αυτομάτως ότι ο ανθρωποκεντρισμός του στέφεται με επιτυχία. Η εύπεπτη διάθεση και το ανεξάντλητο χιούμορ που χαρακτηρίζουν κάθε σκηνή μπορεί να προσφέρουν ένα διασκεδαστικότατο δίωρο, μα ταυτόχρονα εμποδίζουν την ταινία να αγγίξει τη συναισθηματική αλήθεια της σχέσης του Peter με τους θείους του στα φιλμ του Raimi ή με τη Gwen σε αυτά του Webb. Τα  «Amazing Spider-man» κατακρίνονται για τη σοβαροφάνειά τους, μα ο δραματικός ρεαλισμός που είχε την ευκαιρία να επιδείξει ο Andrew Garfield εκεί ουδέποτε διακρίνεται στο «Homecoming», όσο ταλαντούχος και ιδανικός στο ρόλο κι αν είναι ο 20χρονος Tom Holland. Η χιουμοριστική προσέγγιση μπαίνει στη μέση της συναισθηματικής ειλικρίνειας, κι αυτό είναι αισθητό και στο ρόλο του Jacob Batalon που συχνά θυμίζει απλό comic relief χαρακτήρα. Το πρόβλημα γίνεται όμως πάνω απ` όλα αισθητό στο χαρακτήρα της Laura Harrier, αυτόν του νέου ερωτικού ενδιαφέροντος του Peter, η χημεία της με τον οποίο υστερεί σχεδόν αποστομοτικά αυτής των προκατόχων τους.

Ίσως η μοναδική άλλη ένσταση που απορρέει από τα παραπάνω είναι η απουσία δραματικού βάρους στις περισσότερες σκηνές δράσεις. Η γενική ελαφρότητα έχει ως αποτέλεσμα, όσο ο ήρωας παίζει ξύλο με τον Vulture, να μη διακυβεύεται τίποτα δραματουργικά. Το μοναδικό ζήτημα της μάχης, με άλλα λόγια, παραμένει τις περισσότερες φορές το να «νικήσει ο καλός τον κακό», χωρίς αυτό να έχει κάποια βαθύτερη σημασία για τον χαρακτήρα του πρωταγωνιστή. Αυτό συνεπάγεται σαφή έλλειψη ενδιαφέροντος στο κομμάτι της δράσης, κάτι που ευτυχώς καταπολεμάται από τη συνεχή παρουσία χιούμορ, που δεν αφήνει ανέπαφες ούτε και τις σκηνές των θεαματικών εφέ.

Τέλος, το φιλμ απομακρύνεται ακόμα περισσότερο από τον χειροπιαστό ρεαλισμό της τριλογίας του Raimi με την ένταξη του Σπάιντερ-μαν στο σύπμαν των Avengers, μιας και εξωγήινα όπλα, υπερ-τεχνολογικά γκάτζετ και πολύχρωμες CGI ριπές μοιάζουν να είναι βγαλμένα από άλλη ταινία του MCU και δεν «κολλάνε» πλάι στον 15χρονο ήρωα μιας φτωχογειτονιάς του Κουίνς. Ταυτόχρονα βέβαια, αυτή η «ένταξη του Σπάιντερ-μαν στο σύπμαν των Avengers» είναι ουσιωδώς εκμεταλλευμένη από το σενάριο, μιας και προσφέρει όχι μόνο μερικά απολαυστικότατα cameos εταίρων σουπερηρώων, αλλά και το ίδιο το character arc του πρωταγωνιστή, του οποίου βασική επιδίωξη είναι να αποδειχτεί άξιος για να γίνει μέλος των Avengers. Πρόκειται για μια μικρού δραματικού βεληνεκούς αντιμετώπιση του χαρακτήρα, κάτι που δεν πειράζει καθόλου εφόσον εντέλει αποδεικνύεται ολοκληρωμένη και ουσιώδης, καθιστώντας ακόμα και τις πολυάριθμες εμφανίσεις του Robert Downey Junior -κόντρα στις προσδοκίες- δραματουργικά καίριες.

Ο καινούριος Σπάιντερ-μαν ανανεώνει αποτελεσματικά το μύθο ενός από τους πιο αγαπημένους σούπερήρωες όλων των εποχών, προσφέροντας μια σίγουρη και ασφαλή μεν, μα φρέσκια και άκρως κεφάτη εκδοχή της Μαρβελικής συνταγής. Η κωμική προεργασία από τους «Guardians of the Galaxy» της Marvel και τον κανιβαλιστικό «Deadpool» της Fox μετουσιώνεται εδώ στην πρώτη καθαρή σουπερηρωική κωμωδία του Marvel Cinematic Universe, γεμάτη απρόσμενο αυτοσαρκασμό και δίχως ίχνος σοβαροφάνειας. Ακόμα κι αν η έλλειψη της δραματικής ειλικρίνειας των προηγούμενων εκδοχών του ήρωα είναι αισθητή, το φιλμ προσφέρει ένα δίωρο καθαρόαιμης διασκέδασης που δε μπορεί να σε αφήσει παραπονεμένο.

Βαθμολογία: 3/5 

Σημείωση 1: Η Marvel έχει στα χέρια της το καλύτερο εισαγωγικό μουσικό θέμα που έχουμε ακούσει ως τώρα και δεν το ξαναχρησιμοποιεί ποτέ μετά την εισαγωγή. Θέλουμε να το ξανακούσουμε!

Σημείωση 2: Μία από τις καλύτερες post-credits σκηνές του MCU (για μένα πλάι σε εκείνη των «Avengers»).